διαμπερές

διαμπερές επίρρ. και διαμπερῶς και διαμπερέως (Α)
1. από τη μια άκρη ώς την άλλη
2. (για χρόνο) αιωνίως.
[ΕΤΥΜΟΛ. Επιρρηματική λ. με τοπική και χρονική χρήση, σύνθετη από διά + αμπείρω (< ανά + πείρω) με το επίθημα των επιθέτων σε *-ς-, ενώ το ρήμα διαμπείρω είναι υστερογενής σχηματισμός αντί τού διαπείρω. Ο συνδυασμός τών προθέσεων διά-ανά απαντά και στη λ. διάνδιχα (πρβλ. δίχα*)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διαμπερές — through and through indeclform (adverb) διαμπερής piercing masc/fem voc sg διαμπερής piercing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • АРГОС —     I.    • Argos,           Άργος, τό, значит равнина, и именно приморская равнина; в особенности это имя (так же, как Ларисса) было названием пеласгических городов.        1. Πελασγικον Άργος у Гомера (Il. 2, 681) обозначает фессалийскую… …   Реальный словарь классических древностей

  • CYANEAE — insulae duae, sive potius scopuli ad os Thratii Bospori, prope pontum Euxinum, modicô spatiô inter se distantes. Una Europae, in Thracia, iuxta Punicum promontor. Altera Asiae, in littore Bithyniae, prope Ancyraeum promontor. Baudrand; Unde… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • διά — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Θεά που λατρευόταν στη Σικυώνα και στη Φλιούντα, όπου τη θεωρούσαν απελευθερώτρια των δούλων. Γι’ αυτό και ο ναός της, που βρισκόταν κοντά στην είσοδο της Ακρόπολης, ήταν το άσυλό τους. Προς τιμήν της Δ. τελούσαν… …   Dictionary of Greek

  • διαμπάξ — (Α) 1. πέρα ώς πέρα, από τη μια ώς την άλλη πλευρά ή άκρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + ανά + πάξ που μαρτυρείται στο ά παξ* (πρβλ. πήγνυμι, αλλά και διαμπερές)] …   Dictionary of Greek

  • διαμπερής — ές (AM διαμπερής, ές) (για τραύματα) πέρα ώς πέρα, από τη μια πλευρά ή άκρη στην άλλη αρχ. 1. (για πόνο) δριμύς, διαπεραστικός 2. (το ουδ. ως επίρρ.) βλ. διαμπερές …   Dictionary of Greek

  • διαναπείρω — και διαμπείρω (Α) διατρυπώ πέρα ως πέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. διαμπερές] …   Dictionary of Greek

  • ενίημι — (Α ἐνίημι) [ίημι] 1. νεοελλ. (για φάρμακα, δηλητήρια) εισάγω με σύριγγα στο σώμα, κάνω ένεση, εγχέω θεραπευτικό υγρό αρχ. 1. στέλνω μέσα, εμβάλλω, ρίχνω μέσα 2. εμβάλλω κάτι στην ψυχή κάποιου, εμπνέω («πὰρ δέ μοι στῆθι μένος πολυθαρσὲς ἐνεῑσα»… …   Dictionary of Greek

  • εξερύω — ἐξερύω, ιων. τ. ἐξειρύω (Α) [ερύω] 1. βγάζω έξω («πὰρ δὲ στὰς βέλος ὠκὺ διαμπερὲς ἐξέρυσ ὤμου», Ομ. Ιλ.) 2. τραβώ έξω 3. αρπάζω κάτι, τό αφαιρώ από άλλον («ἐξείρυσε χειρὸς τόξον», Ομ. Ιλ.) …   Dictionary of Greek

  • κυλλάραβις — Αρχαίο γυμνάσιο (γυμναστήριο) του Άργους. Σύμφωνα με την παράδοση, έλαβε την ονομασία του από τον Κυλαράβη, γιο του βασιλιά του Άργους, Σθένελου. Η Κ. βρισκόταν πιθανώς κοντά στη σύγχρονη εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, έξω από τα τείχη της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.